Ο κούκος αηδόνι το Μεταλλείο Αμιάντου

Δεκάδες εκατομμύρια θα κοστίσει στον φορολογούμενο πολίτη μετά την οικονομική κατάρρευση του μεταλλείου αμιάντου, το οποίο πτώχευσε στα χέρια της Μητρόπολης Λεμεσού (επί μητροπολίτη Χρύσανθου), αφήνοντας περιβαλλοντική κόλαση πίσω του.

Αξίζει να σημειωθεί ότι για να αποκατασταθεί το 50% του περιβάλλοντος χώρου του λατομείου δαπανήθηκαν μέχρι σήμερα €11 εκατ. και σύμφωνα με εκτιμήσεις η αποκατάσταση του υπόλοιπου 50% θα κοστίσει ακόμη περισσότερα. Και αυτό επειδή ο βαθμός δυσκολίας της αποκατάστασης θεωρείται από τους ειδικούς ως μεγαλύτερος σε σχέση με τον βαθμό δυσκολίας της πρώτης φάσης αποκατάστασης. Αρχικά εκτιμήθηκε ότι το κόστος αποκατάστασης θα κυμαινόταν μεταξύ €20 εκατ. – €25.3 εκατ.

Ο διευθυντής του Τμήματος Γεωλογικής επισκόπησης, κ. Κώστας Κωνσταντίνου, ανέφερε στον «Φ» πως οι εργασίες αποκατάστασης άρχισαν το φθινόπωρο του 1995 και οι εργασίες διαμόρφωσης και αναδάσωσης των μπάζων θα συνεχιστούν και τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα, θα συνεχιστούν οι εκστρατείες υγιεινής απόρριψης αμιαντούχων αποβλήτων, εντός του χώρου του μεταλλείου. Στον χώρο του μεταλλείου ενταφιάστηκαν μέχρι σήμερα 21.559 κ.μ. αμιαντούχα υλικά, τα οποία εάν είχαν εξαχθεί το κόστος θα ήταν της τάξης των 7,5 εκατομμυρίων ευρώ.

Στον υπολογισμό του κόστους θα πρέπει επιπλέον να ληφθεί υπόψιν πως λόγω της πτώχευσης της μεταλλευτικής εταιρείας, το Κράτος κατέβαλε το 1996 την αξία των 60 υποστατικών/κατοικιών που υπήρχαν, στο ταμείο εκκαθάρισης και οι κατοικίες περιήλθαν στην ιδιοκτησία του Κράτους.

Σύμφωνα με το σχέδιο αποκατάστασης, οι εργασίες σταθεροποίησης των μπάζων και ανάπλασης του χώρου (3,3 Km2) εκτιμάται ότι θα ολοκληρωθούν μέχρι το 2025, ενώ οι εργασίες αναδάσωσης και αναχλόασης μέχρι το 2035.
Ο διευθυντής του Γεωλογικού ανέφερε στον «Φ» ότι η αποκατάσταση του περιβάλλοντος χώρου του μεταλλείου συνεχίζεται με βάση τον προγραμματισμό και όταν ολοκληρωθεί το έργο δεν θα θυμίζει την αποκαρδιωτική κατάσταση που επικρατούσε όταν το μεταλλείο ανέστειλε τις εργασίες του.

Αξίζει να σημειωθεί, πως τα τελευταία χρόνια, λόγω των έντονων καιρικών φαινομένων προκλήθηκαν σοβαρά προβλήματα διάβρωσης στο σύστημα αποστράγγισης των μπάζων του μεταλλείου, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος συνολικής αποσταθεροποίησης των μπάζων και πρόκλησης κατολίσθησης, με σοβαρότατες συνέπειες στον οικισμό της κοινότητας Αμιάντου και γενικότερα στο περιβάλλον. Έτσι, σχεδιάστηκαν προκαταρκτικά έργα, τα οποία θα ολοκληρωθούν εντός του 2019, ενώ θα ακολουθήσει η δεύτερη φάση, που αναμένεται να υλοποιηθεί εντός του 2020.

Το μεταλλείο του αμιάντου είναι το μεγαλύτερο σε αποθέματα χρυσοτιλικού αμιάντου στην Ευρώπη, έχει έκταση 13 km2 και βρίσκεται κοντά στο χωριό Αμίαντος σε υψόμετρο γύρω στα 1.500 μέτρα πάνω από τη μέση στάθμη της θάλασσας. 

Ο επηρεασμός του περιβάλλοντος

Η μακρόχρονη λειτουργία του μεταλλείου με τη μέθοδο της επιφανειακής εκμετάλλευσης επηρέασε αναπόφευκτα το φυσικό περιβάλλον της περιοχής και είχε άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις στο ευρύτερο περιβάλλον, όπως διαπιστώνει και το Τμήμα Γεωλογικής Επισκόπησης. Τα κύρια περιβαλλοντικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν είναι ο τεράστιος κρατήρας εξόρυξης, οι εκτεταμένοι σωροί στείρων (μπάζων) με απότομα πρανή που καταλαμβάνουν μερικώς τη γύρω κοιλάδα, η ολοκληρωτική καταστροφή του φυσικού πευκοδάσους της περιοχής, όπως και η ρύπανση από την παρουσία ινών αμιάντου στην ατμόσφαιρα (αέρα), στα επιφανειακά νερά, στους υδατοφράκτες κατάντη του ποταμού «Λούματα τους Αετούς», με πιθανές συνέπειες στην ασφάλεια και στην υγεία των ανθρώπων που κατοικούν στα γύρω χωριά.

Μετά τον τερματισμό των μεταλλευτικών εργασιών και της μεταλλευτικής μίσθωσης το 1992, το Κράτος ανέλαβε το έργο της αποκατάστασης. Στο πλαίσιο αποκατάστασης του περιβάλλοντος προγραμματίστηκε και η φύτευση 150.000 δέντρων. Αξίζει επίσης να σημειωθεί, πως μέχρι το 2014 φυτεύθηκαν περίπου 12,5 τόνοι σπόρων 20 διαφορετικών ειδών.
60 υποστατικά 
στο Μεταλλείο

Περίπου 42 κατοικίες από τα συνολικά 60 υποστατικά που υπήρχαν στο μεταλλείο, κατείχοντο παράνομα από πρώην εργαζόμενους μετά το κλείσιμο του μεταλλείου και το Τμήμα Δασών σε συνεργασία με τη Νομική Υπηρεσία ανέκτησε έναν αριθμό, ενώ 26 παρέμεναν κατειλημμένες από ιδιώτες που τις χρησιμοποιούσαν ή και χρησιμοποιούν κυρίως ως εξοχικές κατοικίες. Ο Γενικός Εισαγγελέας αποφάσισε να αρχίσει δικαστικές διαδικασίες για ανάκτηση όλων των κατοικιών.

Από τις αρχαιότερες πηγές η Κύπρος

Η Κύπρος θεωρείται ως μια από τις πιο αρχαίες πηγές αμιάντου. Στην αρχαία εποχή, ιδιαίτερα κατά την Κλασική και Ρωμαϊκή περίοδο, χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή σεντονιών αποτέφρωσης των νεκρών, υποδημάτων και θρυαλλίδων για τις λυχνίες.

Η νεότερη ιστορία εκμετάλλευσης του αμιάντου αρχίζει στις αρχές του 20ού αιώνα όταν ο χρυσοτιλικός τύπος αμιάντου άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως στη βιομηχανία. Το ενδιαφέρον για εκμετάλλευση του αμιάντου μετατοπίσθηκε στην περιοχή του ανατολικού Τροόδους, όπου εντοπίσθηκαν πλούσιες φλέβες χρυσοτιλικού αμιάντου κατάλλαλου για οικονομική εκμετάλλευση. Ακολούθησε σειρά μεταβιβάσεων του δικαιώματος εκμετάλλευσης σε διάφορες ξένες εταιρείες και τελικά περιήλθε στην κυριότητα της εταιρείας «Κυπριακά Aμιαντωρυχεία Λτδ», στην οποία παραχωρήθηκε το 1934 μεταλλευτική μίσθωση διάρκειας 99 χρόνων.

Ο διευθυντής Γεωλογικού ανέφερε πως η παραγωγή αμιάντου πάνω σε οργανωμένη κλίμακα άρχισε το 1904 στον σημερινό χώρο του μεταλλείου. Σύμφωνα με τον ίδιο, από τότε μέχρι το κλείσιμο του μεταλλείου το 1988 υπολογίζεται ότι παρήχθησαν ένα εκατομμύριο τόνοι ινών αμιάντου και εξορύχτηκαν 130 εκατομμύρια τόνοι πετρώματος. Μέχρι το 1950 η εξόρυξη του μεταλλεύματος γινόταν χειρονακτικά και συνεπώς είχε σχεδόν απόλυτη εξάρτηση από την απασχόληση μεγάλου αριθμού εργατών (υπολογίζονται στους 5.700), ενώ η επεξεργασία (διαχωρισμός των ινών αμιάντου από το πέτρωμα) γινόταν σε μια σειρά από μύλους, χωρίς τη λήψη αυστηρών μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος. Οι περισσότεροι από τους εργαζόμενους διέμεναν σε πρόχειρα ή προσωρινά καταλύματα γύρω από τον χώρο του μεταλλείου, που σταδιακά μετεξελίχθηκαν σε μόνιμες κατοικίες.

Ο Εναέριος Λεμεσού και το Μεταλλείο

Αξιοσημείωτο είναι ότι στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του μεταλλείου, το επεξεργασμένο μετάλλευμα μεταφερόταν στη Λεμεσό με εναέρια γραμμή μήκους 30 χιλιομέτρων. 

Αργότερα, με τη βελτίωση του οδικού δικτύου, η μεταφορά γινόταν με φορτηγά οχήματα.
Μετά το 1950 άρχισε η μηχανοποίηση του μεταλλείου με τη χρήση μεγάλων μηχανημάτων εξόρυξης, ενώ από το 1963 λειτουργούσε το εννιαώροφο εργοστάσιο εμπλουτισμού. Αυτό είχε ως επακόλουθο τη μείωση του εργατικού δυναμικού και τη σταδιακή εγκατάλειψη και ερήμωση της κοινότητας, που είχε αναπτυχθεί στον ευρύτερο χώρο του μεταλλείου.
 

Related posts

Leave a Comment